Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Ημερολόγιο της Σελήνης, λίγα λόγια από τον συγγραφέα λαογράφο Γιώργο Λεκάκη






Ημερολόγιο της Σελήνης λίγα λόγια από τον φίλο μου και συγγραφέα λαογράφο Γιώργο Λεκάκη 


  Ο φίλος μου, Όμηρος Ερμείδης, είναι μια από τις πλέον τίμιες περιπτώσεις ανθρώπων και συγγραφέων στον κύκλο των ερευνητών. Με σπουδές ιατρικής και φιλολογίας, στην Ιταλία, δεν στάθηκε ούτε στο ένα, ούτε στο άλλο πανεπιστημιακό δεκανίκι, και προτίμησε τον σταυρό της έρευνας. 
  Να βγει έξω από θρανία, έδρες και κτήρια, και να μιλήσει και να γνωρίσει επί τόπου τους ανθρώπους της υπαίθρου, τους παλαιούς εκείνους σοφούς, που κάθε συζήτηση μαζί τους, στην στάνη ή στο καφενείο, είναι δέκα πτυχία. Έτσι, ο φίλος μου έγινε ένας λαογράφος, χωρίς ίσως να το θέλει, χωρίς ίσως να το ξέρει, χωρίς ίσως να το επιδιώκει. Και λαογράφος απ’ τους αληθινούς. Απ’ αυτούς που πιότερο είναι «έξω», παρά «μέσα». 
  Ένα από τα προσφιλή του θέματα είναι η Σελήνη. Θα έλεγα πως όλο το ερευνητικό του έργο γυρνάει γύρω από αυτήν την γόησσα. Και πολύ ορθά κάνει, αφού, βάσει της Σελήνης μετρούσαν τον χρόνο οι αρχαίοι σοφοί μας πρόγονοι. 
  Την Σελήνη, την οποία έλεγαν Μήνη και ο κύκλος της οποίας απεκλήθη μην/ μήνας[1], που είναι η βάση και το εν δωδεκατημόριο του ενιαυτού, του έτους, του χρόνου δηλαδή που χρειάζεται ο γαλάζιος πλανήτης Γη, για να πραγματοποιήσει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο. 
  Μάλλον, πρώτοι οι Μακεδονο-Θράκες Βρύγες/ Φρύγες έδωσαν το όνομα Μην στον φυσικό δορυφόρο της Γης. Κι όταν οι μήνες χωρίσθηκαν σε εβδομάδες, αυτές σε ημέρες, και κάθε ημέρα αφιερώθηκε σε μια θεότητα, μετά την Κυριακή, ημέρα που χαρίσθηκε στον Κύριο/ Ήλιο, η Δευτέρα αφιερώθηκε στην αδελφή του, Σελήνη[2], ως δευτέρα τη τάξει θεότητα του φωτός… 
  Ο σεληνιακός μήνας αναφέρεται από τις πρωτογραμμικές ακόμη πινακίδες της Κρήτης. Μια εξ αυτών που τον αναφέρει ευρέθη στα Μάλια. Και μιλά για κάποιο «κόκκινο πανέρι από ιτιά με πικρορράδικα, την αρχή του σεληνιακού μηνός, δηλαδή την πρωτομηνιά. 
 Το φάος/ φως της, επειδή δεν το έχει αφ’ εαυτής, δεν είναι δηλαδή αυτόφωτη, αλλά ετερόφωτη, και το λαμβάνει από τον Αέλιο/ Ήλιο, απεκλήθη σέλας. Και σε συνδυασμό το σέλας με την Μήνη, έδωσε ένα νέο φωτεινό όνομα, το Σελήνη, στον έναστρο ουρανό και το θεϊκό λεξιλόγιό μας. 
 Προσωποποιήθηκε, θεοποιήθηκε και λατρεύθηκε, ως θεά τού νυκτερινού φωτός, αφού της ηύραν και γενεαλογία: Θυγατέρα του Παλλάδος Υπερίωνος και της Ωκεανίδας Ευρυφάεσσας Θείας, αδελφή του Ηλίου και της Ηούς, μήτηρ πενήντα θυγατέρων εκ του Ενδυμίωνος. 
  Στον έρωτά της γι’ αυτόν, η Σελήνη είχε αντίζηλο την νύμφη Μυία, η οποία φυσικά έχασε και έκτοτε μετεμορφώθη στο γνωστό έντομο.[3] Τι επιστημονική γνώσις αλήθεια! Πράγματι πατήρ της είναι αυτός που γέννησε και τον Ήλιο, ενώ το ίδιο το «άστρο της ημέρας» είναι αδελφός της, τέτοιος που την προστατεύει και νοιάζεται γι’ αυτήν, την φωτίζει ίνα μη χαθεί καταμεσίς της νυκτός… 

  Τροφός της Σελήνης ήταν η Δύσις. 
  Κι αλήθεια, η δύσις του Ηλίου τρέφει την Σελήνη… Απ’ τα παιδιά της, θα μνημονεύσουμε τον Μουσαίο, τον οποίο απέκτησε με τον Εύμολπο. 
  Ο Μουσαίος ήταν μάντης και ιερεύς εν Αθήναις, μαθητής του Ορφέως, και αυτός που εισήγαγε και καλλιέργησε την θρησκευτική ποίησι, πολύ προ Ομήρου.[4] Η Σελήνη δεν άντεξε στον πειρασμό και συνευρέθη και με τον Δία, καρπός δε του σμιξίματός τους, ήταν η Πανδίη. 
 Η ηλιολατρεία είχε ως επακόλουθο και την σεληνολατρεία και ακολούθως την αστρολατρεία. 
Φημισμένος οπαδός αυτού του πανθέου ήταν ο Κροτωνιάτης μαθητής του Πυθαγόρου, Αλκμαίων. 
  Θεά του ουρανίου σκότους, δεν θα μπορούσε να μην έχει σχέση και με την θεά του γήινου και θαλασσίου σκότους, την Εκάτη, η οποία ελατρεύετο στα έγκατα. Γι’ αυτό πολλά ιερά της Σελήνης ήταν και ιερά της Εκάτης, για να ξορκισθεί ό,τι μαύρο, ό,τι σκοτεινό, για να πάψει ο άνθρωπος τις σκοτοφοβίες του. Φημισμένο άγαλμα της Εκάτης-Σελήνης ήταν στημένο στο ακρωτήριον Βόσπορος, 
  Έφερε ημισέληνο στην κεφαλή. (Αρχαίο ελληνικό σύμβολο που αργότερα πήραν οι οθωμανοί και έκαμαν σύμβολο και σημαία τους). Το άγαλμα έστησαν οι Βυζαντινοί, εις ανάμνησιν της σωτηρίας τους από την πολιορκία του Φιλίππου Β΄ (εν έτει 340 π.Χ.). 
 Σωτηρία την οποία συνέδεσαν με την ανατείλασα Σελήνη, η οποία τους απεκάλυψε τα έργα του υπονόμου του Φιλίππου, και το όρυγμα που αυτός είχε διανοίξει για να εισβάλλει στην πόλι… Αλλά νομίσματα προ αυτού του αγάλματος, φανερώνουν, πως οι Βυζαντινοί λάτρευαν την Σελήνη, με το σύμβολο της ημισελήνου, πολύ καιρό πριν… Η ημισέληνος ομοιάζει με κέρας, εξ ου και το όνομα Κεράτιος, του εκεί κόλπου…[5] Κάποιοι μελετητές έβλεπαν και στον δίσκο του προσώπου της Γοργούς την Σελήνη – θεωρία που κατερρίφθη αργότερα. Με την επικράτηση του δωδεκαθέου, την λατρεία της Σελήνης καρπώθηκε η θεά Άρτεμις. 
  Η Σελήνη στέκεται πάντα υψηλά (εξ ου και Υψιπύλη). Σε αυτήν ήταν αφιερωμένα ιερά, αλλά και βουνά ολόκληρα: όπως το Σεληναίο ή Σεληνούντιο όρος, όπως λεγόταν πρωτύτερα το όρος Απέσαις των Κλεωνών - νυν… Φωκάς Κορινθίας… - όπου η Σελήνη άφησε έκθετο τον Οφέλτη. 
  Όπως τα Σεληναία όρη ή τα της Σελήνης όρη, τα υποθετικά εκείνα όρη, από την τήξη των χιόνων των οποίων άρχεται να πηγάζει ο ποταμός Νείλος.[6] Ευρίσκονταν στο κέντρον της Αφρικής, μεταξύ της λίμνης των Καταρρακτών και των Κροκοδείλων, έλεγαν. Και ποτάμια, όπως ο Σεληνήτης, ποταμός της Άνδρου.[7] Στις Θαλάμαις υπήρχε ιερά πηγή, απ’ όπου έρρεε ύδωρ της Σελήνης! Στην Τυρρηνία υπήρχε λιμάνι αφιερωμένο σε αυτήν την θεά, και πολύ σωστά, αφού την ανάγκη της είχαν οι αρχαίοι ναυτικοί κατά την διάρκεια της νυκτός. 
Η Σελήνη ήταν ο κύριος άξων των αντιλήψεων περί μαγείας, στην αρχαία Ελλάδα. Η επιρροή της Σελήνης στον άνθρωπο, στην βιολογία και την ψυχολογία του, ήταν γνωστή κι αυτή από αρχαιοτάτων χρόνων. Αυτή η επιρροή φέρει το όνομά της: Σεληνιασμός. 
Στην Θράκη ακόμη, τον τρελλό, τον σεληνιασμένο, εξ αυτής της ρίζας, αποκαλούν σαλό. 
Μάλιστα ο Μ. Ψελλός συνέγραψε και ειδικόν έργον «Περί σεληνιασμού». 
Πιστεύεται ότι αυτή η επιρροή αποκτά την μέγιστη τιμή της κατά την μέγιστη Σελήνη, την Πανσέληνο. 
Γνωστότερο δε, φαινόμενο εκείνης της νυκτός, είναι η λυκανθρωπία, η μετάλλαξη του ανθρώπου σε λύκο, μύθος γνωστός από τα αρχαία χρόνια, αλλά που καλλιεργήθηκε ιδιαιτέρως τον Μεσαίωνα στην κεντρική Ευρώπη. 
Τους ανθρώπους επηρέαζε ακόμη και η έκλειψίς της, γι’ αυτό και υπήρχαν αστρονόμοι που κέρδισαν ιδιαιτέρα φήμη, εξ αιτίας της ικανότητός τους στις προβλέψεις αυτής. Μια τέτοια ήταν η δεινή αστρονόμος Αγλαονίκη, θυγατέρα του βασιλέως της Θεσσαλίας Ηγήτορος. 
Στις αρχαίες παραδοξολογίες για την Σελήνη θα βρούμε και κατοίκους επί αυτής, τους Ψυλλοτοξότες, οι οποίοι είναι ωπλισμένοι δια τόξων και επιβαίνουν επί… ψύλλων ως επί ελεφάντων.[8] 
  Η Σελήνη, ως είναι ευνόητον, λατρεύθηκε και από άλλους αρχαίους λαούς, όπως λ.χ. τους Χαλδαίους, σπουδαίους αστρονόμους, οι οποίοι την έλεγαν Αστάρτη, κ.ά. Τέλος, οι Αιγύπτιοι θέλουν η Σελήνη να έχει και έφορο, την Βούβαστη, με ιερό ζώο την γαλή. … Με αυτόν τον πρόλογο, ας είναι ευτυχές το ανάγνωσμά σας, στο φιλότιμο πόνημα του εραστή της Σελήνης, φίλου μου, Όμηρου Ερμείδη, το οποίο ήδη κρατάτε ανά χείρας… 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΚΑΚΗΣ Συγγραφεύς-λαογράφος. 

 [1] Μήνη > Σελήνη (αρχ. ελληνικά λουνό = λαμπρό) > luna (λατ., ιταλ. και ισπαν.) > luna, lune (γαλλ.) > Mond (γερμ.) > moon (αγγλ.), κ.ά. Και μην/μήνας > mensis (λατ.) > mese (ιταλ.) > mes (ισπαν.) > Monat (γερμ.) > month (αγγλ.), κλπ. 
 [2] εξ ου και Lundi (γαλλ.), Lunedi (ιταλ.) < luna < αρχ. ελλ. λούνον = φωτεινό ή Montag (γερμ) < Monday (αγγλ.) = ημέρα της Μήνης. 
 [3] Τον έρωτά τους ανέλυσα σε σχετικά άρθρα μου, στην εφημερίδα «Έθνος της Κυριακής», της 26ης Ιανουαρίου και της 16ης Φεβρουαρίου 2003. 
 [4] βλ. σχ. άρθρο μου στην εφημερίδα «Έθνος της Κυριακής», της 16ης Μαρτίου 2003. 
[5] βλ. σχ. άρθρα μου στην εφημερίδα των Κωνσταντινουπολιτών «Ο Πολίτης» τ. Μαΐου και Ιουνίου 2003. 
[6] Πτολ. IV,8,2. 
 [7] Πηγάζων από το βουνό Πέταλο και εκβάλλων μεταξύ των ακρωτηρίων Ακαμάτη και Γριάς. 
[8] βλ. σχ. Λουκιανό.

 [Απόσπασμα από το ημερολόγιο της Σελήνης - ημερολόγιο-βιβλίο 1999-2010 του συγγραφέως Ομήρου Ερμείδη].
668

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου